12 Σεπτεμβρίου 2015

Ένα παραμύθι για το σχολικό εκφοβισμό

Γίγαντες και νάνοι

Ένα πολύ σημαντικό κείμενο για τον σχολικό εκφοβισμό και την ενδοσχολική βία

Τελευταία μέρα των διακοπών. 

Ο Γιώργης ξύπνησε πρώτος. Στις επτά ακριβώς. Βγήκε στο μπαλκόνι και κοίταξε κατάματα τον ήλιο. Είχε δυο μεγάλα μάτια που χαμογελούσαν κι ένα στόμα κόκκινο σαν το καρπούζι που έφαγε το βράδυ. Θυμήθηκε τη γεύση του. Γλυκό σαν μέλι. Έστριψε και πήρε το δρόμο για την τουαλέτα. Σχεδόν δεν κοιμήθηκε όλη τη νύχτα. Δεν ήξερε βέβαια αν έφταιγε το καρπούζι ή η αγωνία του να μη χάσει ούτε ένα λεπτό από την καινούρια μέρα. 

Μόλις έκλεισε την πόρτα, είδε μπροστά του τη μαμά.

-Αχ, βρε αγόρι μου κάνε λίγο ησυχία. Θα ξυπνήσεις το μωρό.

Μωρό ετών τρία, αλλά τελοσπάντων. Ήταν το χαϊδεμένο τους. Κατά τα άλλα, χωρίς μια καλημέρα συνέχισε.

-Να σε δω σε λίγες μέρες. Θα σηκώνεσαι από τις επτά ή θα μου βγάζεις το λάδι για να ετοιμαστείς για το σχολείο; Άντε έλα έξω να…

Και η μαμά συνέχιζε να λέει το ποίημα της όπως ο Νικόλας. Ο καλύτερος μαθητής στην τάξη. Ο κολλητός του. Η σκέψη του είχε ήδη πετάξει με το πρωινό αεροπλάνο. Βρισκόταν μέσα στην αίθουσα. Είχε αγκαλιάσει την κυρία Ελένη και της χάρισε τη ζωγραφιά του. Αμέσως τη δίπλωσε και την έχωσε στη μικρή του τσάντα συντροφιά με τους μαρκαδόρους, για να μην την ξεχάσει.

Φόρεσε την αγαπημένη του μπλούζα. Την κράτησε καθαρή μέχρι τέλους. Πράσινη, στο χρώμα του ανοιξιάτικου χόρτου κι επάνω της όλη η παρέα των Angry Birds. Ήπιε το γάλα μονορούφι, έφαγε δυο μπουκιές πίτα και εξαφανίστηκε στην παραλία. Οι υπόλοιποι θα αργούσαν. Αυτός όμως ήταν ελεύθερος. 

Ακριβώς στο σημείο που το κύμα δροσίζει την καυτή άμμο, έφτιαχνε πύργους η Μελένια. Έκανε πως δεν τον είδε. Τότε ο Γιώργης γέμισε ένα κουβαδάκι με νερό και το προσγείωσε στο κατάξανθο κεφαλάκι της. Αυτό ήταν. Το παιχνίδι άρχισε. Πόλεμος!

Χρειάστηκε ώρα για να του αποκαλύψει πως ήταν λυπημένη. Ακόμη κι έτσι ήταν πολύ όμορφη. Ειδικά όταν στριφογύριζε με το δείκτη της τη μπούκλα από το αριστερό κοτσιδάκι. Τη Μελένια θα την παντρευτώ κι ας με κοροϊδεύουν όλοι ότι μέχρι να μεγαλώσω θα χω αλλάξει εκατό γνώμες. Αλλά τότε θα την φωνάζω πότε «Μελένια» και πότε «Αγάπη μου», σκέφτηκε και τα μάγουλά του κοκκίνισαν. Ντράπηκε μήπως και οι σκέψεις του είχαν ακουστεί. Το ήξερε πως ήταν μικρός, μα δεν πειράζει. Μόλις μεγάλωνε, θα της αγόραζε ένα δαχτυλίδι, θα έπαιρνε το τρένο και βουρ για τη Θεσσαλονίκη. 

Ήταν λυπημένη γιατί θα ‘φευγε ο φίλος της. Θα πήγαινε σε ένα μέρος, που το λέγανε Αχλαδοχώρι και δεν θα τον ξανάβλεπε. Ο Γιώργης, σαν άντρας που ήταν, δε συμπαθούσε τις αγκαλιές και τα φιλιά με τα κοριτσάκια. Εκείνη τη μέρα όμως έκανε μία εξαίρεση. Της χάρισε ένα φιλί και μια πέτρα ζωγραφισμένη. Ήταν ο καλύτερος ζωγράφος. Με πινέλα και χρώματα ή και μόνο μαρκαδόρους, έφτιαχνε κόσμους μαγικούς. Τότε η Μελένια του έδωσε το δικό της δώρο. Ένα κοχυλάκι. Το είχε ξεθάψει πίσω από κάτι βράχια ένα απόγευμα. Ήταν το πιο όμορφο κοχύλι που είχε δει ποτέ ο Γιώργης.

Οι μέρες περνούσαν. Ο φίλος μας κλεισμένος συνέχεια στο δωμάτιό του. Ήταν το βασίλειό του. Στο κρεβάτι ανέβαινε με μια σκάλα που έμοιαζε με μικρό πύργο. Από κάτω  είχε φυλάξει όλους τους θησαυρούς του. Τους έκρυβαν μεγάλα πανιά με παράθυρα. Όλο το δωμάτιο θύμιζε κάστρο ιπποτών. Τριγύρω υπήρχαν λογιών λογιών σπαθιά. Με αυτά για όπλο και σύμμαχο τη φαντασία πολεμούσε κάθε φόβο πραγματικό ή του μυαλού. Δράκους ανθρώπινους ή του παραμυθιού. Και οι θησαυροί του, μη φανταστείς. Δεν ήταν ακριβά παιχνίδια. Τί αξία έχει ένα ακριβό τηλεκατευθυνόμενο; Πόσο να παίξεις μαζί του; Θα το πας μπροστά. Θα το πας πίσω. Και τέλος. Γι’ αυτόν αληθινή σημασία είχαν άλλα. Μέσα σε κούτες και κουτάκια είχε μαζέψει πέτρες, μαγνήτες, μπαταρίες, κουτιά από αναψυκτικά.

Όταν λοιπόν δεν παρίστανε τον ιππότη ή τον εφευρέτη, απλά ζωγράφιζε. Μάταια η μαμά του φώναζε πως έπρεπε να τρώει στην κουζίνα. Ο μικρός δεν έδειχνε να νοιάζεται για το φαγητό. Έτσι κι αυτή αναγκαζόταν να υποχωρήσει και του πήγαινε το πιάτο στο δωμάτιο. Πάντα νικούσε ο Γιώργης. Στα λόγια. Ποτέ στα χέρια. Το ξύλο δεν του άρεσε. Ούτε να το τρώει, ούτε να το δίνει.

Εδώ και λίγες μέρες είχαν αρχίσει τα σχολεία. Για καλή του τύχη, δασκάλα του και πάλι η κυρία  Ελένη. Κοντούλα, με χρυσοκόκκινα μαλλιά και δυο μεγάλα πράσινα μάτια. Στο ίδιο θρανίο, όπως και πέρυσι και με συγκάτοικο τον Νικόλα. Πάντα χαμογελαστός ο Γιώργης και ήσυχος, μα δίχως πολλούς φίλους. Πέρα από τον Νικόλα δεν έκανε παρέα με άλλους. Εξάλλου είχε τον Πίτερ Παν, τον Ηρακλή κι ένα σωρό ιππότες και πειρατές. Τα μαλλιά του είχαν μακρύνει και ακουμπούσαν στους ώμους. Αν τον κοιτούσες από πίσω δεν ξεχώριζες αν ήταν κορίτσι ή αγόρι. Μα κι από μπροστά. Ήταν όμορφος σαν κοπέλα με τα πάντα κατακόκκινα χείλη του.

Μια μέρα, σε ένα διάλειμμα, έτρεξε να πάει στην τουαλέτα. Μα μόλις άνοιξε την πόρτα αντίκρισε τον Θανάση. Έμοιαζε με γίγαντα έτσι όπως του ‘ριχνε ένα κεφάλι. Τον έσπρωξε και του είπε να φύγει γιατί ήταν η δική του σειρά. Εξάλλου οι τουαλέτες των κοριτσιών ήτανε δίπλα, είπε και έσκασε στα γέλια. Ο Γιώργης έφυγε τρέχοντας. Λούφαξε στη θέση του και με ασπίδα το θρανίο, περίμενε να αρχίσει το μάθημα. Θα έκανε υπομονή. Ήταν η τελευταία ώρα.

Το επόμενο πρωί όμως ήταν χειρότερο. Η ώρα των εικαστικών ήταν η αγαπημένη του. Έβαλε μέσα στη μεγάλη τσάντα το μικρό του χέρι και αναζήτησε μπλοκ και μαρκαδόρους. Εντάξει, το μπλοκ ήταν εκεί. Οι μαρκαδόροι όμως; Είχαν κάνει φτερά. Δανείστηκε από τον Νικόλα. Κανένα πρόβλημα. Όμως είχε δει την άκρη της κασετίνας του που ξεπρόβαλε από την τσάντα του Θανάση. Θα το μαρτυρούσε στο σπίτι. Στη μαμά. Μα πριν προλάβει να βγει στο προαύλιο, μπροστά του πάλι ο γίγαντας.

-Αν τολμήσεις να πεις κουβέντα, θα φας το ξύλο της χρονιάς σου. 

Του ‘δωσε και μια διακριτική κλοτσιά για ορεκτικό και έφυγε.

Ο Γιώργης ήταν πια ένα άλλο παιδί. Δεν χαμογελούσε. Δεν έτρωγε. Δεν μιλούσε. Και το κυριότερο. Δεν ζωγράφιζε. Ήταν Τετάρτη μεσημέρι. Το κουδούνι είχε χτυπήσει. Ο μόνος ήχος που ακουγόταν, ποδοβολητά στη σκάλα και κάτι στομάχια που γουργούριζαν.

-Γιώργη, περίμενε λίγο. Θέλω να σου μιλήσω, είπε η κυρία Ελένη.

-Δεν γίνεται. Βιάζομαι. Έχουμε μακαρόνια με κιμά και πεινάω σα λύκος.

-Αν είναι έτσι έχεις δίκιο. Να φύγεις γρήγορα. Μα θέλω μόνο να ξέρεις ότι εγώ είμαι εδώ και μπορείς να μου πεις ό,τι θέλεις.

-Γεια σας και καλή όρεξη, κυρία.

Έτρεξε σπίτι. Μπήκε στο δωμάτιο. Χώθηκε στο κρεβάτι. Κάτω από την κουβέρτα. Και έκλαψε. Όχι από φόβο. Από παράπονο. Μα πού ήταν πάλι η μαμά; 

-Καλά πάλι δεν θα φας; Γιατί με έβαλες να κάνω το αγαπημένο σου φαγητό;

-Δεν θέλω να ξαναπάω σχολείο, ψέλλισε.

-Εντάξει. Εσένα θα σε στείλουμε απευθείας στο πανεπιστήμιο. Στη σχολή καλών τεχνών, κορόιδεψε.

Τις επόμενες μέρες τα πράγματα είχαν ηρεμήσει. Ο Θανάσης και οι δικοί του είχαν βρει άλλα ενδιαφέροντα. Έτσι τουλάχιστον νόμιζε ο Γιώργης. Μέχρι να ανακαλύψει πως για άλλη μια φορά έλειπε κάτι από την τσάντα του. Όχι απλά κάτι. Το μοναδικό πράγμα που είχε να θυμάται από εκείνη. Το κοχυλάκι της Μελένιας. Σκέφτηκε ότι κάπου θα παράπεσε μέσα στο σακίδιο. Μάταια  Δεν ήταν πουθενά. Στο μεγάλο διάλειμμα τον πλησίασε ο Θανάσης. Αυτή τη φορά ήρεμα και σχεδόν φιλικά. Του ζήτησε να του αγοράσει ένα σάντουιτς από το κυλικείο. Μα ο Γιώργης δεν είχε χρήματα. Ποτέ δεν έπαιρνε χαρτζιλίκι. Τότε τον έσπρωξε και του ‘δειξε το κοχυλάκι. 

-Αν το θέλεις πίσω, να μου αγοράσεις ένα σάντουιτς.

Όταν γύρισε σπίτι ήταν ιδρωμένος. Άρπαξε τον κουμπαρά από το επάνω ράφι της βιβλιοθήκης και τον γύρισε ανάποδα. Δεν έβγαινε τίποτα. Χτυπούσε απαλά την πλάτη του κουμπαρά. Τίποτα. Μετά με δύναμη. Και να! Κατάφερε να βγάλει δύο ευρώ. Ήταν αρκετά. Το άλλο πρωί, με το σάντουιτς στο χέρι πλησίασε το Θανάση. Δάγκωνε συνεχώς τα χείλη του. Τα έσκιζε. Τα μάτωνε. Ο γίγαντας άρπαξε το φαγητό και άπλωσε το χέρι για να δώσει το κοχύλι. Μα, δήθεν κατά λάθος, του έπεσε. Και έσπασε σε δυο κομμάτια. Άρχισε να γελάει κι έφυγε. Ο Γιώργης το μάζεψε από κάτω και το έκρυψε στην τσέπη του παντελονιού του.

Μετά το σχόλασμα κατευθείαν σπίτι. Γλίστρησε στο γραφείο του μπαμπά. Άνοιξε το πρώτο συρτάρι. Σήκωσε κάτι χαρτιά, έβγαλε έξω στυλό και αναπτήρες. Πουθενά. Τράβηξε το δεύτερο συρτάρι. Πέταξε κάτω τους λογαριασμούς. Επιτέλους! Εμφανίστηκε η μαγική κόλλα. Τα παράτησε όλα άνω κάτω κι έτρεξε στο δικό του δωμάτιο. Θα συμμάζευε μετά. Σημασία τώρα είχε το κοχυλάκι του. Ένωσε τα δυο κομμάτια με ακρίβεια χειρούργου και το άφησε να ξεκουραστεί δίπλα στο μαξιλάρι του. Ένα δάκρυ ετοιμάστηκε να κυλήσει. Δεν το άφησε. Ρούφηξε τη μύτη του και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Σήκωσε απαλά το πάπλωμα και ξέθαψε από κάτω το αγαπημένο του βιβλίο. Τον «Ρομπέν των Δασών». Μετά τις πρώτες δύο σελίδες, δυσκολευόταν να κρατήσει το στόμα του κλειστό και τα μάτια του ανοιχτά. Εκείνο το μεσημέρι είδε τα πιο όμορφα όνειρα. Πρωταγωνιστής ο ίδιος και πάντα νικητής. Ξύπνησε αργά το απόγευμα.  Ξαφνικά ένιωθε τόσο δυνατός.

Τελευταία μέρα της εβδομάδας. Ο Γιώργης ξύπνησε πρώτος. Στις επτά ακριβώς. Έπλυνε μούτρα και δόντια, ντύθηκε, φορτώθηκε την βαριά τσάντα κι έφυγε. Σε λίγη ώρα βρισκόταν έξω από το γραφείο των δασκάλων. Έκανε μπουνιά την παλάμη του και χτύπησε την πόρτα. Ευτυχώς η κυρία Ελένη ήταν μέσα. Έπιασε το χέρι του και τον τράβηξε στον διάδρομο. Ήρεμο χαμόγελο, βλέμμα ζεστό. Ήξερε ήδη τι θα άκουγε. Τον άφησε να τα πει όλα. Το χέρι του κρυμμένο στο δικό της. 

-Έπρεπε να μου μιλήσεις από καιρό. Δε θέλω να φοβάσαι. Τώρα έχεις εμένα. Όλα θα πάνε καλά, ψιθύρισε και του έκλεισε το μάτι. 

πηγή: ΝΙΝΑ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου